σφράγισμα
Ορισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφραγίζω
- η αποτύπωση μιας σφραγίδας σε έγγραφο
- το κλείσιμο ενός χώρου (π.χ. καταστήματος), έπειτα από δικαστική εντολή
- το γέμισμα με ειδικό υλικό της τρύπας ενός δοντιού καθώς και το υλικό αυτό
- το μπλοκάρισμα, η φραγή του τραπεζικού λογαριασμού εάν υπάρχει ακάλυπτο χρέος (π.χ. ακάλυπτη επιταγή) που δεν έχει πληρωθεί εντός συγκεκριμένου ημερολογιακού ορίου
Ισοδύναμα
24 more languages
Българскипълнеж
Cymraegllenwad
DeutschAbdichtungDichtungFülleFüllerFüllmasseFüllselFüllstoffFüllungFüllwortRobbenjagdSicherungSpachtelmasseVersiegelung
Suomiautentikointifillerihylkeenpyyntikittipakkelipalstantäytesilotesinetöintisuljentatasoitetäyteainetäyttäjätiivistäminentiivistystilkintätilkitseminentilkitystodentaminenturvaaminenturvausvarmistaminen
Galegorebo
עבריתאטימה
Íslenskahikorð
Українськанапо́внювач
Tiếng Việtphong ấn
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free