HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σφράγισμα | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈsfɾa.ʝi.zma/

Ορισμοί

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφραγίζω
  2. η αποτύπωση μιας σφραγίδας σε έγγραφο
  3. το κλείσιμο ενός χώρου (π.χ. καταστήματος), έπειτα από δικαστική εντολή
  4. το γέμισμα με ειδικό υλικό της τρύπας ενός δοντιού καθώς και το υλικό αυτό
  5. το μπλοκάρισμα, η φραγή του τραπεζικού λογαριασμού εάν υπάρχει ακάλυπτο χρέος (π.χ. ακάλυπτη επιταγή) που δεν έχει πληρωθεί εντός συγκεκριμένου ημερολογιακού ορίου

Ισοδύναμα

English Filler Filling seal

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σφράγισμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course