Meaning of σφράγισμα | Babel Free
/ˈsfɾa.ʝi.zma/Ορισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφραγίζω
- η αποτύπωση μιας σφραγίδας σε έγγραφο
- το κλείσιμο ενός χώρου (π.χ. καταστήματος), έπειτα από δικαστική εντολή
- το γέμισμα με ειδικό υλικό της τρύπας ενός δοντιού καθώς και το υλικό αυτό
- το μπλοκάρισμα, η φραγή του τραπεζικού λογαριασμού εάν υπάρχει ακάλυπτο χρέος (π.χ. ακάλυπτη επιταγή) που δεν έχει πληρωθεί εντός συγκεκριμένου ημερολογιακού ορίου
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.