Σημασία του γέμιση | Babel Free
ˈʝe.mi.siΟρισμοί
το υλικό (τυρί, ρύζι κλπ) που προστίθεται και γεμίζει το εσωτερικό μιας πίτας, ενός γεμιστού λαχανικού, μιας γαλοπούλας, ενός τοστ κλπ
Ισοδύναμα
Български
пълнеж
Bosanski
фил
Esperanto
farĉo
Français
bourratif
chargement
Classement
farce
farce
Farce
gonflage
plombage
rassasiement
rembourrage
remplissage
remplisseur
हिन्दी
भरावन
Hrvatski
фил
Magyar
töltelék
Italiano
imbottitura
impasto
impasto
otturazione
riempimento
ripieno
ripieno
sostanziose
sostanziosi
stucchevole
trama
trama
Македонски
фил
Монгол
шанз
Српски
фил
Türkçe
iç
Παραδείγματα
“※ Αυτή η γκανάς σοκολάτας είναι η τελειότερη κρέμα που μπορείτε να φτιάξετε: λεία, βελούδινη, σταθερή και γεμάτη πλούσια σοκολατένια γεύση. Ιδανική για γέμιση, επικάλυψη, αλλά και για κορμούς και τούρτες. (Γκανάς σοκολάτας (Ganache) για επικάλυψη κορμού και τούρτας, ανακτήθηκε στις 12/11/2025, argiro.gr https://www.argiro.gr/recipe/gkanas-krema-sokolatas-gia-epikalupsi-kormou-kai-tourtas/)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free