γέμιση
Ορισμοί
το υλικό (τυρί, ρύζι κλπ) που προστίθεται και γεμίζει το εσωτερικό μιας πίτας, ενός γεμιστού λαχανικού, μιας γαλοπούλας, ενός τοστ κλπ
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Αυτή η γκανάς σοκολάτας είναι η τελειότερη κρέμα που μπορείτε να φτιάξετε: λεία, βελούδινη, σταθερή και γεμάτη πλούσια σοκολατένια γεύση. Ιδανική για γέμιση, επικάλυψη, αλλά και για κορμούς και τούρτες. (Γκανάς σοκολάτας (Ganache) για επικάλυψη κορμού και τούρτας, ανακτήθηκε στις 12/11/2025, argiro.gr https://www.argiro.gr/recipe/gkanas-krema-sokolatas-gia-epikalupsi-kormou-kai-tourtas/)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free