HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σηκώνω | Babel Free

Verb CEFR C2 Standard

Ορισμοί

  1. μετακινώ από κάτω προς τα πάνω, υψώνω, ανυψώνω
  2. φέρω ένα φορτίο, επωμίζομαι
  3. αντέχω, ανέχομαι
    broadly
  4. παίρνω χρήματα ή αντικείμενα από κάπου
  5. κάνω ανάληψη χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό
  6. κλέβω
  7. ανεγείρω, χτίζω
    familiar
  8. χωράω κι άλλο
  9. μου ταιριάζει γευστικά-αρωματικά κτλ. κι άλλο / λίγο περισσότερο

Ισοδύναμα

English bench Heave lift

Παραδείγματα

“σηκώνω άγκυρα”

to weigh/raise anchor

“οι στρατιώτες σήκωσαν τα χέρια ψηλά και παραδόθηκαν.”
“Σήκωσε τους ώμους του αντί να απαντήσει και έφυγε.”
“Σήκωσε από κάτω τη μπάλα και την έριξε στο καλάθι.”
“Ο πρωταθλητής στην τελική του προσπάθεια σήκωσε 200 κιλά.”
“Τόσα χρόνια σηκώνει τα βάρη όλης της οικογένειας και δεν παραπονιέται.”
“Δεν τα σηκώνω εγώ αυτά τα τσαλιμάκια.”
“Το τροφοδοτικό δε σήκωνε τους πρόσθετους σκληρούς δίσκους και ο υπολογιστής δε λειτουργούσε καλά.”
“Θα σηκώσω 500€ από το ATM.”
“Μπήκαν κλέφτες και μου σήκωσαν όλο το σπίτι.”
“※ Αναρωτιέται κανείς ποιες διεργασίες ψυχής ώθησαν τους κατοίκους του μικρού χωριού στο να σηκώσουν μια τέτοια μητρόπολη. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σηκώνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course