Meaning of πάγκος | Babel Free
/ˈpaŋɡos/Ορισμοί
- μακρύ ξύλινο ή μεταλλικό κάθισμα χωρίς πλάτη για πολλά άτομα σε δημόσιους χώρους
- ανδρικό επώνυμο
- μακρόστενη ορθογώνια επιφάνεια σε ύψος κατάλληλο για διάφορες εργασίες όπως πχ. το μαγείρεμα, που γίνονται από όρθια συνήθως θέση
- ορθογώνια επιμήκης κατασκευή σε παντοπωλείο ή καφενείο, πίσω από την οποία εργάζεται ο μαγαζάτορας
- επιμήκης κατασκευή σε ανοιχτούς χώρους, πάνω στην οποία εκτίθενται εμπορεύματα
- συνώνυμο του ξέρα
Παραδείγματα
“πάγκος κουζίνας, πάγκος εργασίας”
“※ Ο πάγκος, ο εφημεριδοπώλης, οι εφημερίδες, ακόμα και τα περιοδικά που δεν είδε, αλλά ήταν βέβαιη ότι τα ήξερε – όλα θα μπορούσαν να είναι ολόιδια και έξι χρόνια πριν (Δημήτρης Φύσσας, Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2006)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.