πάγκος
Ορισμοί
- μακρύ ξύλινο ή μεταλλικό κάθισμα χωρίς πλάτη για πολλά άτομα σε δημόσιους χώρους
- ανδρικό επώνυμο
- μακρόστενη ορθογώνια επιφάνεια σε ύψος κατάλληλο για διάφορες εργασίες όπως πχ. το μαγείρεμα, που γίνονται από όρθια συνήθως θέση
- ορθογώνια επιμήκης κατασκευή σε παντοπωλείο ή καφενείο, πίσω από την οποία εργάζεται ο μαγαζάτορας
- επιμήκης κατασκευή σε ανοιχτούς χώρους, πάνω στην οποία εκτίθενται εμπορεύματα
- συνώνυμο του ξέρα
Ισοδύναμα
37 more languages
Azərbaycan dilidəzgah
Danskarbejdsbord
فارسیدستگاه
Magyarmunkaasztal
Հայերենդազգահ
Bahasa Indonesiameja kerja
ქართულიდაზგა
Қазақ тілішеберүстел
ភាសាខ្មែរតុជាង
Kurdîbank
Românăbanc
Русскийбанкаверстакла́вкала́вка для жимаскамейкаскамья́скамья́ для жи́мастанокусади́ть на скаме́йку запасны́х
Тоҷикӣдастгоҳ
Türkçetezgâh
Tiếng Việtbàn thờ
Παραδείγματα
“πάγκος κουζίνας, πάγκος εργασίας”
“※ Ο πάγκος, ο εφημεριδοπώλης, οι εφημερίδες, ακόμα και τα περιοδικά που δεν είδε, αλλά ήταν βέβαιη ότι τα ήξερε – όλα θα μπορούσαν να είναι ολόιδια και έξι χρόνια πριν (Δημήτρης Φύσσας, Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2006)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free