Σημασία του πάγκος | Babel Free
ˈpaŋɡosΟρισμοί
- μακρύ ξύλινο ή μεταλλικό κάθισμα χωρίς πλάτη για πολλά άτομα σε δημόσιους χώρους
- ανδρικό επώνυμο
- μακρόστενη ορθογώνια επιφάνεια σε ύψος κατάλληλο για διάφορες εργασίες όπως πχ. το μαγείρεμα, που γίνονται από όρθια συνήθως θέση
- ορθογώνια επιμήκης κατασκευή σε παντοπωλείο ή καφενείο, πίσω από την οποία εργάζεται ο μαγαζάτορας
- επιμήκης κατασκευή σε ανοιχτούς χώρους, πάνω στην οποία εκτίθενται εμπορεύματα
- συνώνυμο του ξέρα
Ισοδύναμα
Azərbaycanca
dəzgah
Dansk
arbejdsbord
فارسی
دستگاه
Magyar
munkaasztal
Հայերեն
դազգահ
Bahasa Indonesia
meja kerja
ქართული
დაზგა
Қазақша
шеберүстел
ខ្មែរ
តុជាង
Kurdî
bank
Română
banc
Русский
банка
верстак
ла́вка
ла́вка для жима
скамейка
скамья́
скамья́ для жи́ма
станок
усади́ть на скаме́йку запасны́х
Тоҷикӣ
дастгоҳ
Türkçe
tezgâh
Tiếng Việt
bàn thờ
Παραδείγματα
“πάγκος κουζίνας, πάγκος εργασίας”
“※ Ο πάγκος, ο εφημεριδοπώλης, οι εφημερίδες, ακόμα και τα περιοδικά που δεν είδε, αλλά ήταν βέβαιη ότι τα ήξερε – όλα θα μπορούσαν να είναι ολόιδια και έξι χρόνια πριν (Δημήτρης Φύσσας, Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2006)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free