HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πεζούλα | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. η αναβαθμίδα, κατασκευή τοίχου από ξερολιθιά που συγκρατεί το χώμα σε πλαγιές που καλλιεργούνται, καθώς και η όλη οριζόντια διαμόρφωση
  3. πεζούλι

Ισοδύναμα

English terrace

Παραδείγματα

“※ Οι κυριότεροι παράγοντες που συμβάλλουν στην αύξηση του κόστους παραγωγής είναι ο τεμαχισμός του κλήρου, το δύσβατο των περιοχών, το υψηλό κόστος μεταφοράς των απαραίτητων γεωργικών μηχανημάτων, οι υψηλές τιμές των φυτοπροστατευτικών ουσιών καθώς και η διατήρηση του παραδοσιακού τρόπου καλλιέργειας (π.χ. πεζούλες). (Εφημερίδα Το Βήμα, 11/4/2013)”
“※ Κι η κόρη της πού να τα βρει; Από το καζάντι του πατέρα της με το επαρχιλίκι, ή από τις πέντε δέκα πεζούλες, που έχει προίκα της η μάνα στο χωριό; Άλλο δεν της μένει λοιπόν παρά πως να μπερδέψει κάποιον με την ομορφιά της και να σιγουρευτεί. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου/Α)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πεζούλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course