Meaning of αναβαθμίδα | Babel Free
/a.na.vaˈθmi.ða/Ορισμοί
οριζόντια διαμόρφωση πλαγιάς βουνού, ή λόφου, ώστε να γίνει κατάλληλη έτσι για καλλιέργεια, ιδιαίτερα διαδεδομένη στη νησιωτική Ελλάδα
Παραδείγματα
“(standard)”
“※ ο εγκιβωτισμός του ποταμού Γιαννακάκη και η συνακόλουθη δημιουργία αναβαθμίδων προσέφερε αρκετά ομαλό χώρο στην είσοδο των σπηλαίων, καθιστώντας τα έτσι ιδανικούς χώρους εγκατάστασης (Ἀρχαιολογικὰ Ἀνάλεκτα Ἐξ Ἀθήνων, 2002, Υπουργείο Πολιτισμού, σελ. 28)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.