HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σηκώνω — definition

Conjugation of σηκώνω

Regular CEFR C2

μου ταιριάζει γευστικά-αρωματικά κτλ. κι άλλο / λίγο περισσότερο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σηκώνω
εσύ σηκώνεις
αυτός / αυτή / αυτό σηκώνει
εμείς σηκώνουμε
εσείς σηκώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά σηκώνουν
Παρατατικός
εγώ σήκωνα
εσύ σήκωνες
αυτός / αυτή / αυτό σήκωνε
εμείς σηκώναμε
εσείς σηκώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά σήκωναν
Αόριστος
εγώ σήκωσα
εσύ σήκωσες
αυτός / αυτή / αυτό σήκωσε
εμείς σηκώσαμε
εσείς σηκώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σήκωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σηκώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σηκώσω
εσύ σηκώσεις
αυτός / αυτή / αυτό σηκώσει
εμείς σηκώσουμε
εσείς σηκώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σηκώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σήκωνε
εσείς σηκώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σήκωσε
εσείς σηκώστε
Απαρέμφατο αορίστου
σηκώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σηκώνομαι
εσύ σηκώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σηκώνεται
εμείς σηκωνόμαστε
εσείς σηκώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σηκώνονται
Παρατατικός
εγώ σηκωνόμουν
εσύ σηκωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σηκωνόταν
εμείς σηκωνόμασταν
εσείς σηκωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σηκώνονταν
Αόριστος
εγώ σηκώθηκα
εσύ σηκώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό σηκώθηκε
εμείς σηκωθήκαμε
εσείς σηκωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σηκώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σηκωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σηκωθώ
εσύ σηκωθείς
αυτός / αυτή / αυτό σηκωθεί
εμείς σηκωθούμε
εσείς σηκωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σηκωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σηκώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σηκώσου
εσείς σηκωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σηκωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary