Meaning of σαγηνεύω | Babel Free
/sa.ʝiˈne.vo/Ορισμοί
θέλγω, γοητεύω, μαγεύω, ξελογιάζω
Παραδείγματα
“Η μουσική αυτή σαγηνεύει τον ακροατή.”
This music captivates the listener.
“Το τραγούδι της τον σαγήνεψε.”
Her singing captivated him.
“Ο ίδιος χάζευε το όργωμα, τα βόδια ή τ' άλογα που έσερναν πίσω τους το ξύλινο αλέτρι και αυλάκωναν το χώμα· το συγκεκριμένο θέαμα τον σαγήνευε και τον συγκινούσε. (*)”
“Με την ομορφιά της σαγήνεψε τον έρωτα προκαλώντας τη ζηλοτυπία της Αφροδίτης, με την βοήθεια του Ζέφυρου μεταφέρθηκε σε μια ανθισμένη κοιλάδα, όπου σε ένα ονειρικό ανάκτορο συναντούσε κάθε βράδυ τον εραστή της, τον οποίο δεν έπρεπε όμως να δει. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.