HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σαγηνεύω — definition

Conjugation of σαγηνεύω

Regular CEFR B2
sa.ʝiˈne.vo

θέλγω, γοητεύω, μαγεύω, ξελογιάζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σαγηνεύω
εσύ σαγηνεύεις
αυτός / αυτή / αυτό σαγηνεύει
εμείς σαγηνεύουμε
εσείς σαγηνεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά σαγηνεύουν
Παρατατικός
εγώ σαγήνευα
εσύ σαγήνευες
αυτός / αυτή / αυτό σαγήνευε
εμείς σαγηνεύαμε
εσείς σαγηνεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά σαγήνευαν
Αόριστος
εγώ σαγήνεψα
εσύ σαγήνεψες
αυτός / αυτή / αυτό σαγήνεψε
εμείς σαγηνέψαμε
εσείς σαγηνέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά σαγήνεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σαγηνέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σαγηνέψω
εσύ σαγηνέψεις
αυτός / αυτή / αυτό σαγηνέψει
εμείς σαγηνέψουμε
εσείς σαγηνέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά σαγηνέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σαγήνευε
εσείς σαγηνεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σαγήνεψε
εσείς σαγηνέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
σαγηνέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σαγηνεύομαι
εσύ σαγηνεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σαγηνεύεται
εμείς σαγηνευόμαστε
εσείς σαγηνεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σαγηνεύονται
Παρατατικός
εγώ σαγηνευόμουν
εσύ σαγηνευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σαγηνευόταν
εμείς σαγηνευόμασταν
εσείς σαγηνευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σαγηνεύονταν
Αόριστος
εγώ σαγηνεύτηκα
εσύ σαγηνεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό σαγηνεύτηκε
εμείς σαγηνευτήκαμε
εσείς σαγηνευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σαγηνεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σαγηνευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σαγηνευτώ
εσύ σαγηνευτείς
αυτός / αυτή / αυτό σαγηνευτεί
εμείς σαγηνευτούμε
εσείς σαγηνευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σαγηνευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σαγηνεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σαγηνέψου
εσείς σαγηνευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σαγηνευτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary