μαγνητίζω
Ορισμοί
- δίνω με ειδική τεχνική μαγνητικές ιδιότητες σε ένα αντικείμενο
- κάνω κάποιον να με υπακούει με ύπνωση ή γενικά τον υποβάλλω και ενεργεί ως όργανό μου, σαν να μην έχει βούληση (με την τεχνική του μεσμερισμού, με χρήση του λεγόμενου ζωϊκού μαγνητισμού)
-
έλκω ερωτικά και κάνω τον άλλο άβουλο όργανό μου (απο τον ζωϊκό μαγνητισμό και όχι το φυσικό) figuratively
- επηρεάζω τους άλλους με την έντονη προσωπικότητά μου που τους καθηλώνει
Ισοδύναμα
15 more languages
العربيةمغنط
Catalàmagnetitzar
Deutschmagnetisieren
Ελληνικάσαγηνεύω
Esperantomagnetigi
Suomimagnetoida
Gaeilgemaighnéadaigh
日本語磁化
Nederlandsmagnetiseren
Svenskamagnetisera
Παραδείγματα
“Το έτριψα με μαλλί και το μαγνήτισα”
“Τον μαγνήτισε και ενεργούσε σαν ρομπότ”
“Με μαγνήτισαν τα μάτια της και τα έχασα, δεν ήξερα πού βρισκόμουν”
“Είναι λαοπλάνος και όταν ανεβαίνει στην εξέδρα των συγκεντρώσεων μαγνητίζει τα πλήθη”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free