πρόσχημα
Ορισμοί
ό,τι χρησιμοποιείται ως δικαιολογία ή πρόφαση αντί του πραγματικού λόγου ή σκοπού
Ισοδύναμα
24 more languages
العربيةذريعة
Esperantoŝajnigo
Gaeilgecur i gcéill
Portuguêspretexto
Svenskaförevändning
Tiếng Việtgiả tạo
中文藉口
繁體中文藉口
Παραδείγματα
“Χρησιμοποίησε την αρρώστια ως πρόσχημα για να μην έρθει.”
He used illness as a pretext for not coming.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free