προβάλλω
Ορισμοί
-
εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι intransitive
-
μετακινώ κάτι προς τα εμπρός ή προς τα έξω transitive
-
δείχνω σε μια οθόνη εικόνες χρησιμοποιώντας ειδικό μηχάνημα (προβολέα) transitive
-
δίνω μεγάλη δημοσιότητα (προβολή) σε κάτι transitive
-
διατυπώνω με τον λόγο ή εκφράζω με τις ενέργειές μου τη θέση μου στη διάρκεια ενός διαλόγου ή μιας αντιπαράθεσης transitive
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of προβάλλω.
Ισοδύναμα
27 more languages
Catalàsobresortir
Deutschabstehengeltend machenherausragenherausstechenherausstehenhervorstechenhervorstehenhochrechnenpublikmachenrelevierensich abhebensich auszeichnenüberstehenvorstellenwerfenzüngeln
Esperantoelstari
한국어영사하다
Te Reo Māoririaki
Polskinagłaśniaćnagłośniaćnagłośnićrozgłaszaćrozgłosićrzucać się w oczyrzutowaćsterczećupowszechniaćupowszechnićwyłuszczaćwyłuszczyćwystawaćwytaczaćwytoczyć
ไทยโฆษณา
Українськавипина́тисявисовувативиставитивиставлятивисувативисунутивнестивноситизапропонуватипредставитипредставлятипроєктуватипропонуватирозголоситирозголошуватистирча́ти
中文宣傳
繁體中文宣傳
Παραδείγματα
“Και να σου προβάλλει μέσα από τη θάλασσα σα λυγερόκορμη Αφροδίτη.”
“Το θέμα που ετοίμαζα τόσο καιρό θα προβληθεί σήμερα στο συμπόσιο πάνω σε διαδραστική οθόνη.”
“Οι εργαζόμενοι προσπαθούν να διεκδικήσουν τα αιτήματά τους και να προβάλλουν τον αγώνα τους στην τηλεόραση.”
“ο συνομιλητής μου προέβαλε το εξής αντεπιχείρημα...”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free