HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προβάλλω — definition

Conjugation of προβάλλω

Regular CEFR B2
pɾoˈva.lo

διατυπώνω με τον λόγο ή εκφράζω με τις ενέργειές μου τη θέση μου στη διάρκεια ενός διαλόγου ή μιας αντιπαράθεσης Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προβάλλω
εσύ προβάλλεις
αυτός / αυτή / αυτό προβάλλει
εμείς προβάλλουμε
εσείς προβάλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά προβάλλουν
Παρατατικός
εγώ πρέβαλλα
εσύ πρέβαλλες
αυτός / αυτή / αυτό πρέβαλλε
εμείς προβάλλαμε
εσείς προβάλλατε
αυτοί / αυτές / αυτά πρέβαλλαν
Αόριστος
εγώ πρέβαλα
εσύ πρέβαλες
αυτός / αυτή / αυτό πρέβαλε
εμείς προβάλαμε
εσείς προβάλατε
αυτοί / αυτές / αυτά πρέβαλαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προβάλω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προβάλω
εσύ προβάλεις
αυτός / αυτή / αυτό προβάλει
εμείς προβάλουμε
εσείς προβάλετε
αυτοί / αυτές / αυτά προβάλουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πρέβαλλε
εσείς προβάλλετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πρέβαλε
εσείς προβάλτε
Απαρέμφατο αορίστου
προβάλει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προβάλλομαι
εσύ προβάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό προβάλλεται
εμείς προβαλλόμαστε
εσείς προβάλλεστε
αυτοί / αυτές / αυτά προβάλλονται
Παρατατικός
εγώ προβαλλόμουν
εσύ προβαλλόσουν
αυτός / αυτή / αυτό προβαλλόταν
εμείς προβαλλόμασταν
εσείς προβαλλόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά προβάλλονταν
Αόριστος
εγώ προβλήθηκα
εσύ προβλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό προβλήθηκε
εμείς προβληθήκαμε
εσείς προβληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά προβλήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προβληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προβληθώ
εσύ προβληθείς
αυτός / αυτή / αυτό προβληθεί
εμείς προβληθούμε
εσείς προβληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά προβληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς προβάλλεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προβάλου
εσείς προβληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
προβληθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary