Meaning of πνοή | Babel Free
/pnoˈi/Ορισμοί
- η ανάσα, αναπνοή
- το φύσημα αέρα
-
κίνητρο έμπνευσης, ζωής, δύναμης figuratively
Παραδείγματα
“Near-synonym: φύσημα n (fýsima)”
“μέχρι την τελευταία του πνοή”
until his last breath
“δίνω πνοή σε”
to breathe life into, to give impetus to
“δίνω νέα πνοή σε”
to breathe new life into, to give fresh impetus to
“※ Αν πετύχουν, ο αγέρας γίνεται πνοή, πνεύμα, και «όπου θέλει πνει». Αν αποτύχουν, ήταν αέρας κοπανιστός. (Βασίλης Κατσικονούρης, Η ρωγμή των 7:45 μ.μ., εκδόσεις Καστανιώτη, 2016)”
“η μείωση του ΦΠΑ έδωσε πνοή στην οικονομία της χώρας”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.