HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πνοή

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
pnoˈi

Ορισμοί

  1. η ανάσα, αναπνοή
  2. το φύσημα αέρα
  3. κίνητρο έμπνευσης, ζωής, δύναμης
    figuratively

Ισοδύναμα

24 more languages

Παραδείγματα

“Near-synonym: φύσημα n (fýsima)”
“μέχρι την τελευταία του πνοή”

until his last breath

“δίνω πνοή σε”

to breathe life into, to give impetus to

“δίνω νέα πνοή σε”

to breathe new life into, to give fresh impetus to

“※ Αν πετύχουν, ο αγέρας γίνεται πνοή, πνεύμα, και «όπου θέλει πνει». Αν αποτύχουν, ήταν αέρας κοπανιστός. (Βασίλης Κατσικονούρης, Η ρωγμή των 7:45 μ.μ., εκδόσεις Καστανιώτη, 2016)”
“η μείωση του ΦΠΑ έδωσε πνοή στην οικονομία της χώρας”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πνοή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free