HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πνοή | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/pnoˈi/

Ορισμοί

  1. η ανάσα, αναπνοή
  2. το φύσημα αέρα
  3. κίνητρο έμπνευσης, ζωής, δύναμης
    figuratively

Παραδείγματα

“Near-synonym: φύσημα n (fýsima)”
“μέχρι την τελευταία του πνοή”

until his last breath

“δίνω πνοή σε”

to breathe life into, to give impetus to

“δίνω νέα πνοή σε”

to breathe new life into, to give fresh impetus to

“※ Αν πετύχουν, ο αγέρας γίνεται πνοή, πνεύμα, και «όπου θέλει πνει». Αν αποτύχουν, ήταν αέρας κοπανιστός. (Βασίλης Κατσικονούρης, Η ρωγμή των 7:45 μ.μ., εκδόσεις Καστανιώτη, 2016)”
“η μείωση του ΦΠΑ έδωσε πνοή στην οικονομία της χώρας”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πνοή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course