HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ρουφηξιά

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
ɾu.fiˈksça

Ορισμοί

η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρουφώ καθώς και (συνεκδοχικά) η ποσότητα (υγρού, καπνού κ.λπ.) που έχει ρουφήξει κάποιος

Ισοδύναμα

22 more languages

Παραδείγματα

“※ Άναψε τσιγάρο, αλλά μετά από μια δυο ρουφηξιές το 'σβησε. (Μάκης Πανώριος, Ηθοποιός [διήγημα])”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ρουφηξιά σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free