Meaning of ρουφηξιά | Babel Free
/ɾu.fiˈksça/Ορισμοί
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρουφώ καθώς και (συνεκδοχικά) η ποσότητα (υγρού, καπνού κ.λπ.) που έχει ρουφήξει κάποιος
Ισοδύναμα
English
Puff
Παραδείγματα
“※ Άναψε τσιγάρο, αλλά μετά από μια δυο ρουφηξιές το 'σβησε. (Μάκης Πανώριος, Ηθοποιός [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.