Σημασία του παραπέμπω | Babel Free
pa.ɾaˈpem.boΟρισμοί
- μεταβιβάζω την αρμοδιότητα για κάποια υπόθεση σε άλλον ή σε άλλη υπηρεσία
- υποδεικνύω σε κάποιον άλλη υπηρεσία για την οποία θεωρώ ότι είναι η κατάλληλη ή η αρμόδια
- χρησιμοποιώ μέσα σε κείμενο συγκεκριμένη τυπογραφική σήμανση για να υποδείξω άλλο σημείο στο οποίο υπάρχουν πρόσθετες πληροφορίες
-
παραπέμπω νοητικά, κάνω κάποιον να σκεφτεί κάτι σχετικό με εμένα figuratively
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of παραπέμπω.
Ισοδύναμα
Bosanski
kara
optužiti
optuživati
pare
pozivati
pozvati
upućivati
uputiti
направити
оптуживати
оптужити
упутити
упућивати
Deutsch
anklagen
Anklagen
apostrophieren
berichten
beschuldigen
beziehen
referieren
sich auf etwas beziehen
Verweisen
verweisen
wiedergeben
zuschreiben
zuweisen
فارسی
متهم کردن
हिन्दी
उल्लेख करना
Hrvatski
kara
optužiti
optuživati
pare
pozivati
pozvati
upućivati
uputiti
направити
оптуживати
оптужити
упутити
упућивати
Bahasa Indonesia
mengarahkan
Te Reo Māori
pare
Polski
dotyczyć
nawiązywać
odesłać
odnosić się
odsyłać
odwołać
odwoływać
oskarżać
oskarżać
oskarżyć
oskarżyć
sięgać
skierować
wspominać
zdać
zdawać
Русский
направить
направлять
обвини́ть
обвинять
осудить
осуждать
отнести
относить
сосла́ться
ссылаться
упоминать
упомянуть
Српски
kara
optužiti
optuživati
pare
pozivati
pozvati
upućivati
uputiti
направити
оптуживати
оптужити
упутити
упућивати
中文
起訴
繁體中文
起訴
Παραδείγματα
“※ ... η Ολομέλεια της Βουλής αποδέχτηκε και παρέπεμψε στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας την πρόταση νόμου που κατέθεσε ο Πρόεδρος του ...”
“(κατ’ επέκταση) (ως εισαγγελική αρχή) καθιστώ κάποιον υπόδικο μεταβιβάζοντας την υπόθεση του σε δικαστική αρχή”
“(ειδικότερα) παραπέμπω σε αναλυτικά στοιχεία για την πηγή από την οποία πήρα τα στοιχεία”
“※ Εξερευνώντας τον μύθο του μικρού αγοριού που αρνείται να μεγαλώσει, η ψυχαναλύτρια - συγγραφέας παραπέμπει στη δική της παιδική ηλικία”
“※ Ο ήχος του είναι ζεστός και μελαγχολικός και παραπέμπει στα βουνά και στην ποιμενική ζωή.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free