παραπέμπω
Ορισμοί
- μεταβιβάζω την αρμοδιότητα για κάποια υπόθεση σε άλλον ή σε άλλη υπηρεσία
- υποδεικνύω σε κάποιον άλλη υπηρεσία για την οποία θεωρώ ότι είναι η κατάλληλη ή η αρμόδια
- χρησιμοποιώ μέσα σε κείμενο συγκεκριμένη τυπογραφική σήμανση για να υποδείξω άλλο σημείο στο οποίο υπάρχουν πρόσθετες πληροφορίες
-
παραπέμπω νοητικά, κάνω κάποιον να σκεφτεί κάτι σχετικό με εμένα figuratively
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of παραπέμπω.
Ισοδύναμα
33 more languages
Bosanskikaraoptužitioptuživatiparepozivatipozvatiupućivatiuputitiнаправитиоптуживатиоптужитиупутитиупућивати
DeutschAnklagenapostrophierenberichtenbeschuldigenbeziehenreferierensich auf etwas beziehenverweisenwiedergebenzuschreibenzuweisen
فارسیمتهم کردن
हिन्दीउल्लेख करना
Hrvatskikaraoptužitioptuživatiparepozivatipozvatiupućivatiuputitiнаправитиоптуживатиоптужитиупутитиупућивати
Bahasa Indonesiamengarahkan
Te Reo Māoripare
Polskidotyczyćnawiązywaćodesłaćodnosić sięodsyłaćodwołaćodwoływaćoskarżaćoskarżyćsięgaćskierowaćwspominaćzdaćzdawać
Русскийнаправитьнаправлятьобвини́тьобвинятьосудитьосуждатьотнестиотноситьсосла́тьсяссылатьсяупоминатьупомянуть
Српскиkaraoptužitioptuživatiparepozivatipozvatiupućivatiuputitiнаправитиоптуживатиоптужитиупутитиупућивати
中文起訴
繁體中文起訴
Παραδείγματα
“※ ... η Ολομέλεια της Βουλής αποδέχτηκε και παρέπεμψε στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας την πρόταση νόμου που κατέθεσε ο Πρόεδρος του ...”
“(κατ’ επέκταση) (ως εισαγγελική αρχή) καθιστώ κάποιον υπόδικο μεταβιβάζοντας την υπόθεση του σε δικαστική αρχή”
“(ειδικότερα) παραπέμπω σε αναλυτικά στοιχεία για την πηγή από την οποία πήρα τα στοιχεία”
“※ Εξερευνώντας τον μύθο του μικρού αγοριού που αρνείται να μεγαλώσει, η ψυχαναλύτρια - συγγραφέας παραπέμπει στη δική της παιδική ηλικία”
“※ Ο ήχος του είναι ζεστός και μελαγχολικός και παραπέμπει στα βουνά και στην ποιμενική ζωή.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free