Conjugation of παραπέμπω
pa.ɾaˈpem.boχρησιμοποιώ μέσα σε κείμενο συγκεκριμένη τυπογραφική σήμανση για να υποδείξω άλλο σημείο στο οποίο υπάρχουν πρόσθετες πληροφορίες Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παραπέμπω |
| εσύ | παραπέμπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραπέμπει |
| εμείς | παραπέμπουμε |
| εσείς | παραπέμπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραπέμπουν |
Παρατατικός
| εγώ | παρέπεμπα |
| εσύ | παρέπεμπες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρέπεμπε |
| εμείς | παραπέμπαμε |
| εσείς | παραπέμπατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρέπεμπαν |
Αόριστος
| εγώ | παρέπεμψα |
| εσύ | παρέπεμψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρέπεμψε |
| εμείς | παραπέμψαμε |
| εσείς | παραπέμψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρέπεμψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παραπέμψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παραπέμψω |
| εσύ | παραπέμψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραπέμψει |
| εμείς | παραπέμψουμε |
| εσείς | παραπέμψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραπέμψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | παράπεμπε |
| εσείς | παραπέμπετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παράπεμψε |
| εσείς | παραπέμψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παραπέμψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παραπέμπομαι |
| εσύ | παραπέμπεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραπέμπεται |
| εμείς | παραπεμπόμαστε |
| εσείς | παραπέμπεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραπέμπονται |
Παρατατικός
| εγώ | παραπεμπόμουν |
| εσύ | παραπεμπόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραπεμπόταν |
| εμείς | παραπεμπόμασταν |
| εσείς | παραπεμπόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραπέμπονταν |
Αόριστος
| εγώ | παραπέμφθηκα |
| εσύ | παραπέμφθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραπέμφθηκε |
| εμείς | παραπεμφθήκαμε |
| εσείς | παραπεμφθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραπέμφθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παραπεμφθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παραπεμφθώ |
| εσύ | παραπεμφθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραπεμφθεί |
| εμείς | παραπεμφθούμε |
| εσείς | παραπεμφθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραπεμφθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | παραπέμπεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παραπέμψου |
| εσείς | παραπεμφθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παραπεμφθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.