Meaning of αψηφώ | Babel Free
Ορισμοί
- δεν δίνω την ανάλογη σημασία σε έναν κίνδυνο ή μια απειλή ή σε κάτι δυσάρεστο, επειδή με παροτρύνει σε δράση ένα ισχυρότερο κίνητρο
- δεν δίνω σημασία σε κάτι, το αγνοώ ενώ είναι ή θεωρείται από κάποιους σπουδαίο, το περιφρονώ, το θεωρώ αμελητέο
Παραδείγματα
“ρίχτηκε στη θάλασσα αψηφώντας τα κύματα για να σώσει το σκυλάκι που κινδύνευε”
“αψήφησε τις διαταγές και τον πέρασαν από στρατοδικείο”
“αψήφησαν το κρύο για να χαρούν τον αγώνα από τις κερκίδες κι όχι από τον καναπέ τους”
“είναι τύπος που αψηφά το χρήμα”
“...μου φαίνεται σαν κρίμα που αψήφησε ένα πολύ σημαντικό μας συστατικό, εκεί μάλιστα που λέει πως «η Ρωμιοσύνη δεν είταν ποτέ της χριστιανική στα γερά, μήτε είναι ως τα τώρα»...Δεν είναι να πης μας έλειπε βάθος πίστης, παρά πως πήρε η πίστη μας αλλιώτικη χρωματιά. (Αργ. Εφταλιώτης, "Η ιστορία της Ρωμιοσύνης")”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.