Σημασία του αψηφώ | Babel Free
Ορισμοί
Ισοδύναμα
Deutsch
beleidigen
Beleidigung
herausfordern
hinwegsetzen
missachten
mißachten
Missachtung
pfeifen auf
sich hinwegsetzen über
standhalten
trotzen
verspotten
widersagen
widersetzen
Galego
desleixar
हिन्दी
अकड़ना
Română
fluiera în biserică
Svenska
trotsa
Παραδείγματα
“ρίχτηκε στη θάλασσα αψηφώντας τα κύματα για να σώσει το σκυλάκι που κινδύνευε”
“αψήφησε τις διαταγές και τον πέρασαν από στρατοδικείο”
“αψήφησαν το κρύο για να χαρούν τον αγώνα από τις κερκίδες κι όχι από τον καναπέ τους”
“είναι τύπος που αψηφά το χρήμα”
“...μου φαίνεται σαν κρίμα που αψήφησε ένα πολύ σημαντικό μας συστατικό, εκεί μάλιστα που λέει πως «η Ρωμιοσύνη δεν είταν ποτέ της χριστιανική στα γερά, μήτε είναι ως τα τώρα»...Δεν είναι να πης μας έλειπε βάθος πίστης, παρά πως πήρε η πίστη μας αλλιώτικη χρωματιά. (Αργ. Εφταλιώτης, "Η ιστορία της Ρωμιοσύνης")”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free