Meaning of ασεβής | Babel Free
/aseˈvis/Ορισμοί
-
γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσεβος feminine, genitive, singular
-
που δείχνει έλλειψη σεβασμού especially
-
που δείχνει ασέβεια προς τα θεία especially
- ≠ αντώνυμα: ευσεβής, θεοσεβής, ευλαβής
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.