HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ασεβής

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Specialized
aseˈvis

Ορισμοί

  1. γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσεβος
    feminine, genitive, singular
  2. που δείχνει έλλειψη σεβασμού
    especially
  3. που δείχνει ασέβεια προς τα θεία
    especially
  4. ≠ αντώνυμα: ευσεβής, θεοσεβής, ευλαβής

Ισοδύναμα

30 more languages

Παραδείγματα

“Θεωρήθηκε ασεβής η στάση της απέναντι στους μεγαλύτερους.”

Her attitude towards her elders was considered disrespectful.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ασεβής σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free