Meaning of αποσπώ | Babel Free
a.poˈspoΟρισμοί
- αποκόπτω, αποχωρίζω
- παίρνω κάτι από κάποιον τραβώντας το ή με τη χρήση πειθούς
- τραβώ την προσοχή κάποιου αναγκάζοντάς τον να διακόψει αυτό που έκανε
- μετακινώ έναν υπάλληλο προσωρινά σε άλλη θέση που δεν είναι η οργανική του
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Με τις κολακείες κατάφερε να του αποσπάσει ένα μεγάλο ποσό.”
“Έρχεται συνέχεια και με αποσπά.”
“Μη μου αποσπάς την προσοχή.”
“Έκανα αίτηση να με αποσπάσουν στα κεντρικά.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.