HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποσπώ — definition

Conjugation of αποσπώ

Regular CEFR B1
a.poˈspo

μετακινώ έναν υπάλληλο προσωρινά σε άλλη θέση που δεν είναι η οργανική του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποσπώ
εσύ αποσπάς
αυτός / αυτή / αυτό αποσπά
εμείς αποσπούμε
εσείς αποσπάτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσπούν
Παρατατικός
εγώ αποσπούσα
εσύ αποσπούσες
αυτός / αυτή / αυτό αποσπούσε
εμείς αποσπούσαμε
εσείς αποσπούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσπούσαν
Αόριστος
εγώ απέσπασα
εσύ απέσπασες
αυτός / αυτή / αυτό απέσπασε
εμείς αποσπάσαμε
εσείς αποσπάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέσπασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποσπάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποσπάσω
εσύ αποσπάσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποσπάσει
εμείς αποσπάσουμε
εσείς αποσπάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσπάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποσπάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόσπασε
εσείς αποσπάστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποσπάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποσπώμαι
εσύ αποσπάσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποσπάται
εμείς αποσπόμαστε
εσείς αποσπάστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσπώνται
Αόριστος
εγώ αποσπάστηκα
εσύ αποσπάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποσπάστηκε
εμείς αποσπαστήκαμε
εσείς αποσπαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσπάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποσπαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποσπαστώ
εσύ αποσπαστείς
αυτός / αυτή / αυτό αποσπαστεί
εμείς αποσπαστούμε
εσείς αποσπαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσπαστούν
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποσπάσου
εσείς αποσπαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποσπαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary