Conjugation of αποσπώ
a.poˈspoμετακινώ έναν υπάλληλο προσωρινά σε άλλη θέση που δεν είναι η οργανική του Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποσπώ |
| εσύ | αποσπάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσπά |
| εμείς | αποσπούμε |
| εσείς | αποσπάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσπούν |
Παρατατικός
| εγώ | αποσπούσα |
| εσύ | αποσπούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσπούσε |
| εμείς | αποσπούσαμε |
| εσείς | αποσπούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσπούσαν |
Αόριστος
| εγώ | απέσπασα |
| εσύ | απέσπασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέσπασε |
| εμείς | αποσπάσαμε |
| εσείς | αποσπάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέσπασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποσπάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποσπάσω |
| εσύ | αποσπάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσπάσει |
| εμείς | αποσπάσουμε |
| εσείς | αποσπάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσπάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποσπάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απόσπασε |
| εσείς | αποσπάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποσπάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποσπώμαι |
| εσύ | αποσπάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσπάται |
| εμείς | αποσπόμαστε |
| εσείς | αποσπάστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσπώνται |
Αόριστος
| εγώ | αποσπάστηκα |
| εσύ | αποσπάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσπάστηκε |
| εμείς | αποσπαστήκαμε |
| εσείς | αποσπαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσπάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποσπαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποσπαστώ |
| εσύ | αποσπαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσπαστεί |
| εμείς | αποσπαστούμε |
| εσείς | αποσπαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσπαστούν |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποσπάσου |
| εσείς | αποσπαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποσπαστεί |