Meaning of αβέρτα | Babel Free
/aˈveɾ.ta/Ορισμοί
-
ανοιχτά, ορθάνοιχτα familiar, vulgar
-
σε μεγάλη ποσότητα, χωρίς φειδώ familiar, vulgar
-
ανοιχτά, χωρίς περιστροφές familiar, vulgar
Παραδείγματα
“άσε την μπαλκονόπορτα αβέρτα”
“ο θείος μου μας έδινε αβέρτα συμβουλές για το πως να συμπεριφερόμαστε”
“δίνω αβέρτα χρήματα αλλά δεν νομίζω να γίνει η δουλειά μου”
“πήγα και του είπα αβέρτα πως δεν τον γουστάρω”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.