Meaning of αβλεπτί | Babel Free
/a.vleˈpti/Ορισμοί
-
χωρίς να δει κάποιος κάτι, χωρίς να το εξετάσει ή να το καλοσκεφτεί rare
-
για συνέχιση της χαρτοπαιξίας χωρίς καν να κοιτάξουμε τα χαρτιά μας ή να δούμε το ποντάρισμα των άλλων παικτών rare
Παραδείγματα
“※ Σε αντίθεση με τους ολλανδόφωνους φλαμανδούς Βέλγους και με όλους τους υπόλοιπους Ευρωπαίους (ακόμα κι αυτούς που διαθέτουν ριζοσπαστικές κυβερνήσεις), οι οποίοι προσυπέγραψαν αβίαστα και αβλεπτί την ευρω-καναδική εμπορική συμφωνία Ceta, η περιοχή της Βαλλονίας έθεσε συγκεκριμένους όρους.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.