HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αβλεπτί | Babel Free

Adverb CEFR B1
/a.vleˈpti/

Ορισμοί

  1. χωρίς να δει κάποιος κάτι, χωρίς να το εξετάσει ή να το καλοσκεφτεί
    rare
  2. για συνέχιση της χαρτοπαιξίας χωρίς καν να κοιτάξουμε τα χαρτιά μας ή να δούμε το ποντάρισμα των άλλων παικτών
    rare

Παραδείγματα

“※ Σε αντίθεση με τους ολλανδόφωνους φλαμανδούς Βέλγους και με όλους τους υπόλοιπους Ευρωπαίους (ακόμα κι αυτούς που διαθέτουν ριζοσπαστικές κυβερνήσεις), οι οποίοι προσυπέγραψαν αβίαστα και αβλεπτί την ευρω-καναδική εμπορική συμφωνία Ceta, η περιοχή της Βαλλονίας έθεσε συγκεκριμένους όρους.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αβλεπτί used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course