φλύαρος
Ορισμοί
αυτός που αρέσκεται να μιλά διαρκώς, λέγοντας πολλά και ανούσια λόγια, που χρησιμοποιεί περιττά λόγια, που δεν μπορεί ή δε θέλει (εκείνη τη στιγμή ή γενικά) να διατυπώσει μια συνθετική ιδέα της σκέψης του
Ισοδύναμα
31 more languages
Catalàcridaner
Cymraeggeiriog
Ελληνικάαδολεσχίαακριτόμυθοςαναλυτικόςαπεραντολόγοςλεπτομερήςμακροπερίοδοςμακροσκελήςπεριττολόγοςπολυλογάςπολύλογοςφαφλατιά
Suomilaveasanainenlavertelijalörpöttelijälörppömonisanainenrunsassanainentimaliverboosivuolassanainen
Kurdîasî
Te Reo Māorikōtetetete
Монголам задгай
தமிழ்வாயாடி
Παραδείγματα
“Αποφεύγω να ανοίγω συζητήσεις μαζί τους, διότι είναι πολύ φλύαροι. Μιλάνε ασταμάτητα και σε κρατάνε εκεί, μαζί τους, μια ώρα μέχρι να τελειώσουν!”
“Ο υπουργός ήταν σκόπιμα φλύαρος στη χτεσινή συνέντευξή του στους ανταποκριτές των εφημερίδων. Αερολογούσε σκόπιμα, επειδή δεν ήθελε να μπει στην ουσία των ερωτήσεων που του υπέβαλλαν οι δημοσιογράφοι”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free