Σημασία του φλύαρος | Babel Free
ˈfli.a.ɾosΟρισμοί
αυτός που αρέσκεται να μιλά διαρκώς, λέγοντας πολλά και ανούσια λόγια, που χρησιμοποιεί περιττά λόγια, που δεν μπορεί ή δε θέλει (εκείνη τη στιγμή ή γενικά) να διατυπώσει μια συνθετική ιδέα της σκέψης του
Ισοδύναμα
Català
cridaner
Cymraeg
geiriog
Ελληνικά
αδολεσχία
ακριτόμυθος
αναλυτικός
απεραντολόγος
λεπτομερής
μακροπερίοδος
μακροσκελής
περιττολόγος
πολυλογάς
πολύλογος
φαφλατιά
Suomi
laveasanainen
lavertelija
lörpöttelijä
lörppö
monisanainen
monisanainen
runsassanainen
timali
verboosi
vuolassanainen
Italiano
cicaleccio
cinguettio
garrulo
iperverboso
logorroico
logorroico
prolisso
ridondante
stridio
verbose
verboso
Kurdî
asî
Latina
aretalogus
babulus
balatro
blatero
garrulus
locutuleius
magniloquens
narrabilis
seminiverbius
verbosus
Te Reo Māori
kōtetetete
Монгол
ам задгай
Русский
болтливый
болтун
говорливый
говорун
многосло́вный
многословный
пространный
пустомеля
таранта
தமிழ்
வாயாடி
Παραδείγματα
“Αποφεύγω να ανοίγω συζητήσεις μαζί τους, διότι είναι πολύ φλύαροι. Μιλάνε ασταμάτητα και σε κρατάνε εκεί, μαζί τους, μια ώρα μέχρι να τελειώσουν!”
“Ο υπουργός ήταν σκόπιμα φλύαρος στη χτεσινή συνέντευξή του στους ανταποκριτές των εφημερίδων. Αερολογούσε σκόπιμα, επειδή δεν ήθελε να μπει στην ουσία των ερωτήσεων που του υπέβαλλαν οι δημοσιογράφοι”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free