Meaning of τυλίγω | Babel Free
/tiˈli.ɣo/Ορισμοί
- περιελίσσω την κλωστή στο καρούλι ή ένα νήμα ή οτιδήποτε επίμηκες και εύκαμπτο σε κάτι σαν ανέμη ή σε κάποιον άξονα ώστε να μην μπερδεύεται
- περιελίσσω κάτι για προστασία
- περιβάλλω κάτι από όλες τις πλευρές με ένα είδος προστασίας για να το προφυλάξω ή για να το προσφέρω ως δώρο
- παγιδεύω κάποιον
- σκεπάζω, καλύπτω από όλες τις μεριές, αγκαλιάζω
- δίνω σε κάτι κυλινδρικό σχήμα
Παραδείγματα
“Τυλίξου με το κασκόλ παιδακι μου να μη μου κρυώσεις”
“Τύλιξαν το δώρο, τύλιξαν τα αβγά για να μη σπάσουν, τύλιξαν τα πιατικά”
“※ Δεν είχα καμιά αμφιβολία η Ευταλία πως ο ασίκης της κοράκλας της ήταν παρακατιανός και της σειράς. Αλλιώς η σουρτούκα θα της κοκορευόταν πως τύλιξε τον τάδε ή το δείνα στα βρακιά της και θα της το λέγε (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
“τον τύλιξαν σε μια κόλλα χαρτί”
“τον τύλιξε στα δίχτυα της”
“η ομίχλη τύλιξε το χωριό, η φωτιά τύλιξε την πολυκατοικία”
“τύλιξε τρυφερά τα χέρια της γύρω από το λαιμό του”
“τον τυλίγει μια αύρα κύρους”
“ο κισσος τυλίγεται”
“το φίδι κουλουριάζεται αλλά όταν σφίγγει το θύμα του, τυλίγεται γύρω από αυτό”
“βρέθηκαν τυλιγμένοι πάπυροι”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.