HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τυλίγω — definition

Conjugation of τυλίγω

Regular CEFR B1
tiˈli.ɣo

περιελίσσω την κλωστή στο καρούλι ή ένα νήμα ή οτιδήποτε επίμηκες και εύκαμπτο σε κάτι σαν ανέμη ή σε κάποιον άξονα ώστε να μην μπερδεύεται Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τυλίγω
εσύ τυλίγεις
αυτός / αυτή / αυτό τυλίγει
εμείς τυλίγουμε
εσείς τυλίγετε
αυτοί / αυτές / αυτά τυλίγουν
Παρατατικός
εγώ τύλιγα
εσύ τύλιγες
αυτός / αυτή / αυτό τύλιγε
εμείς τυλίγαμε
εσείς τυλίγατε
αυτοί / αυτές / αυτά τύλιγαν
Αόριστος
εγώ τύλιξα
εσύ τύλιξες
αυτός / αυτή / αυτό τύλιξε
εμείς τυλίξαμε
εσείς τυλίξατε
αυτοί / αυτές / αυτά τύλιξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τυλίξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τυλίξω
εσύ τυλίξεις
αυτός / αυτή / αυτό τυλίξει
εμείς τυλίξουμε
εσείς τυλίξετε
αυτοί / αυτές / αυτά τυλίξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τύλιγε
εσείς τυλίγετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τύλιξε
εσείς τυλίξτε
Απαρέμφατο αορίστου
τυλίξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τυλίγομαι
εσύ τυλίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τυλίγεται
εμείς τυλιγόμαστε
εσείς τυλίγεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τυλίγονται
Παρατατικός
εγώ τυλιγόμουν
εσύ τυλιγόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τυλιγόταν
εμείς τυλιγόμασταν
εσείς τυλιγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τυλίγονταν
Αόριστος
εγώ τυλίχτηκα
εσύ τυλίχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό τυλίχτηκε
εμείς τυλιχτήκαμε
εσείς τυλιχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τυλίχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τυλιχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τυλιχτώ
εσύ τυλιχτείς
αυτός / αυτή / αυτό τυλιχτεί
εμείς τυλιχτούμε
εσείς τυλιχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τυλιχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τυλίγεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τυλίξου
εσείς τυλιχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τυλιχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary