Conjugation of τυλίγω
tiˈli.ɣoπεριελίσσω την κλωστή στο καρούλι ή ένα νήμα ή οτιδήποτε επίμηκες και εύκαμπτο σε κάτι σαν ανέμη ή σε κάποιον άξονα ώστε να μην μπερδεύεται Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τυλίγω |
| εσύ | τυλίγεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τυλίγει |
| εμείς | τυλίγουμε |
| εσείς | τυλίγετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τυλίγουν |
Παρατατικός
| εγώ | τύλιγα |
| εσύ | τύλιγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τύλιγε |
| εμείς | τυλίγαμε |
| εσείς | τυλίγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τύλιγαν |
Αόριστος
| εγώ | τύλιξα |
| εσύ | τύλιξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τύλιξε |
| εμείς | τυλίξαμε |
| εσείς | τυλίξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τύλιξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τυλίξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τυλίξω |
| εσύ | τυλίξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τυλίξει |
| εμείς | τυλίξουμε |
| εσείς | τυλίξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τυλίξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | τύλιγε |
| εσείς | τυλίγετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τύλιξε |
| εσείς | τυλίξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τυλίξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τυλίγομαι |
| εσύ | τυλίγεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | τυλίγεται |
| εμείς | τυλιγόμαστε |
| εσείς | τυλίγεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τυλίγονται |
Παρατατικός
| εγώ | τυλιγόμουν |
| εσύ | τυλιγόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | τυλιγόταν |
| εμείς | τυλιγόμασταν |
| εσείς | τυλιγόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τυλίγονταν |
Αόριστος
| εγώ | τυλίχτηκα |
| εσύ | τυλίχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τυλίχτηκε |
| εμείς | τυλιχτήκαμε |
| εσείς | τυλιχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τυλίχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τυλιχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τυλιχτώ |
| εσύ | τυλιχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τυλιχτεί |
| εμείς | τυλιχτούμε |
| εσείς | τυλιχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τυλιχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | τυλίγεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τυλίξου |
| εσείς | τυλιχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τυλιχτεί |