Σημασία του τσακώνω | Babel Free
t͡saˈko.noΟρισμοί
-
συλλαμβάνω κάποιον παράνομο, συνήθως επ' αυτοφώρω familiar, vulgar
-
αρπάζω vulgar
-
πιάνομαι στα χέρια με κάποιον, μαλώνω με κάποιον passive, vulgar
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of τσακώνω.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η αστυνομία τσάκωσε τον διαρρήκτη.”
The police caught the intruder.
“Τσάκωσα το μπουκάλι από το τραπέζι.”
I grabbed the bottle from the table.
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free