Meaning of καταλαμβάνω | Babel Free
/ka.ta.laɱˈva.no/Ορισμοί
- αποκτώ τον έλεγχο ενός χώρου που προηγουμένως δε μου ανήκε
- εντοπίζω (ξαφνικά) κάποιον να κάνει κάτι (ενίοτε επιλήψιμο)
- λαμβάνω κάποιο αξίωμα ή θέση
- καλύπτω κάποια έκταση, τοπική ή χρονική
-
κυριεύω, πιάνω figuratively
Ισοδύναμα
English
Apprehend
Παραδείγματα
“μ’ έχει καταλάβει μανία καταδιώξεως”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.