HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καταλαμβάνω | Babel Free

Verb CEFR C1
/ka.ta.laɱˈva.no/

Ορισμοί

  1. αποκτώ τον έλεγχο ενός χώρου που προηγουμένως δε μου ανήκε
  2. εντοπίζω (ξαφνικά) κάποιον να κάνει κάτι (ενίοτε επιλήψιμο)
  3. λαμβάνω κάποιο αξίωμα ή θέση
  4. καλύπτω κάποια έκταση, τοπική ή χρονική
  5. κυριεύω, πιάνω
    figuratively

Ισοδύναμα

English Apprehend

Παραδείγματα

“μ’ έχει καταλάβει μανία καταδιώξεως”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καταλαμβάνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course