HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τσακώνω — definition

Conjugation of τσακώνω

Regular CEFR B1
t͡saˈko.no

συλλαμβάνω κάποιον παράνομο, συνήθως επ' αυτοφώρω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τσακώνω
εσύ τσακώνεις
αυτός / αυτή / αυτό τσακώνει
εμείς τσακώνουμε
εσείς τσακώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά τσακώνουν
Παρατατικός
εγώ τσάκωνα
εσύ τσάκωνες
αυτός / αυτή / αυτό τσάκωνε
εμείς τσακώναμε
εσείς τσακώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά τσάκωναν
Αόριστος
εγώ τσάκωσα
εσύ τσάκωσες
αυτός / αυτή / αυτό τσάκωσε
εμείς τσακώσαμε
εσείς τσακώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τσάκωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσακώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τσακώσω
εσύ τσακώσεις
αυτός / αυτή / αυτό τσακώσει
εμείς τσακώσουμε
εσείς τσακώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τσακώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τσάκωνε
εσείς τσακώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τσάκωσε
εσείς τσακώστε
Απαρέμφατο αορίστου
τσακώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τσακώνομαι
εσύ τσακώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τσακώνεται
εμείς τσακωνόμαστε
εσείς τσακώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τσακώνονται
Παρατατικός
εγώ τσακωνόμουν
εσύ τσακωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τσακωνόταν
εμείς τσακωνόμασταν
εσείς τσακωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τσακώνονταν
Αόριστος
εγώ τσακώθηκα
εσύ τσακώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό τσακώθηκε
εμείς τσακωθήκαμε
εσείς τσακωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τσακώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσακωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τσακωθώ
εσύ τσακωθείς
αυτός / αυτή / αυτό τσακωθεί
εμείς τσακωθούμε
εσείς τσακωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τσακωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τσακώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τσακώσου
εσείς τσακωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τσακωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary