προκαλώ
Ορισμοί
- γίνομαι η αιτία ενός γεγονότος, ασθένειας, συναισθήματος, δημιουργώ κάτι, προξενώ κάτι, επιφέρω
- καλώ κάποιον σε αντιπαράθεση
- έχω προκλητική στάση
- είμαι επιθετικός απέναντι σε κάποιον με σκοπό να δημιουργήσω διαμάχη
- δημιουργώ αρνητικές εντυπώσεις
- προσπαθώ να ερεθίσω σεξουαλικά
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of προκαλώ.
Ισοδύναμα
28 more languages
العربيةعيط
Ελληνικάτουμπανιάζω
Bahasa Indonesiamenimbulkan
Kurdîkelt
Polskidać początekdawać początekdraźnięnabrzmiećnabrzmiewaćnawoływaćobrzękaćobrzęknąćokraczyćwołaćwyzwaćwyzywaćzapoczątkowaćzapoczątkowywaćzawołaćzrodzić
Românăprovoca
Русскийвызватьвызыватьвыкрикиватьдава́ть нача́лодава́ть по́водзаявлятьназва́тьопухнутьпорождатьпризыватьпричинять
Sesothohoeletsa
ไทยกู่
Türkçeoluşturmak
Παραδείγματα
“το κάπνισμα προκαλεί καρκίνο”
“το γεγονός αυτό προκαλεί ανησυχία”
“σε προκαλώ να απαντήσεις!”
“οι οπαδοί της μιας ομάδας προκαλούσαν τους άλλους με βρισιές και χειρονομίες”
“αυτή η επίδειξη πλούτου προκαλεί το κοινό αίσθημα”
“ντύνεται έτσι γιατί του αρέσει να προκαλεί”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free