HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προκαλώ — definition

Conjugation of προκαλώ

Regular CEFR C1
pɾo.kaˈlo

γίνομαι η αιτία ενός γεγονότος, ασθένειας, συναισθήματος, δημιουργώ κάτι, προξενώ κάτι, επιφέρω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προκαλώ
εσύ προκαλείς
αυτός / αυτή / αυτό προκαλεί
εμείς προκαλούμε
εσείς προκαλείτε
αυτοί / αυτές / αυτά προκαλούν
Παρατατικός
εγώ προκαλούσα
εσύ προκαλούσες
αυτός / αυτή / αυτό προκαλούσε
εμείς προκαλούσαμε
εσείς προκαλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά προκαλούσαν
Αόριστος
εγώ προκάλεσα
εσύ προκάλεσες
αυτός / αυτή / αυτό προκάλεσε
εμείς προκαλέσαμε
εσείς προκαλέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά προκάλεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προκαλέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προκαλέσω
εσύ προκαλέσεις
αυτός / αυτή / αυτό προκαλέσει
εμείς προκαλέσουμε
εσείς προκαλέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά προκαλέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς προκαλείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προκάλεσε
εσείς προκαλέστε
Απαρέμφατο αορίστου
προκαλέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προκαλούμαι
εσύ προκαλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό προκαλείται
εμείς προκαλούμαστε
εσείς προκαλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά προκαλούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό προκαλούνταν
εμείς προκαλούμασταν
εσείς [προκαλούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά προκαλούνταν
Αόριστος
εγώ προκλήθηκα
εσύ προκλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό προκλήθηκε
εμείς προκληθήκαμε
εσείς προκληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά προκλήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προκληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προκληθώ
εσύ προκληθείς
αυτός / αυτή / αυτό προκληθεί
εμείς προκληθούμε
εσείς προκληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά προκληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς προκαλείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προκαλέσου
εσείς προκληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
προκληθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary