Conjugation of προκαλώ
pɾo.kaˈloγίνομαι η αιτία ενός γεγονότος, ασθένειας, συναισθήματος, δημιουργώ κάτι, προξενώ κάτι, επιφέρω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προκαλώ |
| εσύ | προκαλείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προκαλεί |
| εμείς | προκαλούμε |
| εσείς | προκαλείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προκαλούν |
Παρατατικός
| εγώ | προκαλούσα |
| εσύ | προκαλούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προκαλούσε |
| εμείς | προκαλούσαμε |
| εσείς | προκαλούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προκαλούσαν |
Αόριστος
| εγώ | προκάλεσα |
| εσύ | προκάλεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προκάλεσε |
| εμείς | προκαλέσαμε |
| εσείς | προκαλέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προκάλεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προκαλέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προκαλέσω |
| εσύ | προκαλέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προκαλέσει |
| εμείς | προκαλέσουμε |
| εσείς | προκαλέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προκαλέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | προκαλείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προκάλεσε |
| εσείς | προκαλέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προκαλέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προκαλούμαι |
| εσύ | προκαλείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | προκαλείται |
| εμείς | προκαλούμαστε |
| εσείς | προκαλείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προκαλούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | προκαλούνταν |
| εμείς | προκαλούμασταν |
| εσείς | [προκαλούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προκαλούνταν |
Αόριστος
| εγώ | προκλήθηκα |
| εσύ | προκλήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προκλήθηκε |
| εμείς | προκληθήκαμε |
| εσείς | προκληθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προκλήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προκληθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προκληθώ |
| εσύ | προκληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προκληθεί |
| εμείς | προκληθούμε |
| εσείς | προκληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προκληθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | προκαλείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προκαλέσου |
| εσείς | προκληθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προκληθεί |