Σημασία του πατάω | Babel Free
paˈta.oΟρισμοί
- ακουμπώ το πέλμα του ποδιού μου πάνω σε κάτι όντας ακίνητος ή περπατώντας
- πιέζω το πέλμα μου πάνω σε κάτι
- καταστρέφω κάτι βαδίζοντας πάνω του ή πιέζοντάς το με το πόδι μου
- συνθλίβω με το πέλμα μου
- πέφτω πάνω σε πεζό και του προκαλώ σοβαρή σωματική βλάβη ή και θάνατο
- κυριεύω
- νικώ ολοκληρωτικά, εξουθενώνω υλικά και ηθικά κάποιον
- πηγαίνω, έρχομαι, εμφανίζομαι
- ακουμπώ τον πυθμένα της θάλασσας
- πιέζω κάτι (συνήθως με το χέρι)
- συμπληρώνω κάποια ηλικία
- σιδερώνω
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of πατάω.
Ισοδύναμα
Català
atropellar
Deutsch
beklimmen
bügeln
deprimieren
erfassen
plätten
rennen
runterdrücken
überfahren
Überfahren
überrollen
überschreiten
überziehen
Überziehen
umfahren
zusammenführen
Magyar
elgázol
Polski
dołować
pognębiać
pognębić
prasować
przedłużać
przedłużyć
przejechać
przejechać
przejeżdżać
przejeżdżać
przybić
przybijać
rozjebać
rozjechać
rozjechać
rozjeżdżać
rozjeżdżać
wyprasować
zdołować
Português
atropelar
Română
călca
Русский
переехать
Παραδείγματα
“Ο παππούς πατάει τα σταφύλια στα αμπελοχώραφά του.”
Grandad is trampling the grapes in his fields.
“Κατά λάθος με πάτησε με τα τακούνια της.”
She accidentally stepped on me with her heels.
“Πάτα το κουμπί για να σταματήσει το λεωφορείο.”
Press the button to stop the bus.
“Πατάω τα πλήκτρα του πιάνου.”
I'm pressing the piano's keys.
“Μπορείς να μου πατήσεις το πουκάμισο;”
Can you iron my shirt?
“Οι Ρωμαίοι ποτέ δεν πάτησαν την Ιρλανδία.”
The Romans never conquered Ireland.
“Τον πάτησε λεωφορείο και πέθανε.”
A bus ran him over and he died.
“Πάτησε την συμφωνία χωρίς να νοιάζεται.”
He violated the agreement without caring.
“Τώρα που πάτησα τα πενήντα, αρχίζει να χειροτερεύει η όρασή μου.”
Now that I've hit fifty, my eyesight is starting to get worse.
“Πριν πατήσει τα δεκάξι, Ήταν όλα της εντάξει.”
Before she hit sixteen, Everything was fine.
“πατάω δουλειά”
to get hard to work
“πατάω φαϊ”
to eat excessively
“πατάω φωνές”
to shout loudly
“Πρόσεχε εκεί που πατάς, το σανίδιο έχει σαπίσει.”
Be careful stepping there, the board has rotted.
“Πάτα να τους προλάβουμε!”
Step on it so we can catch them!
“πατάω γκάζι: εφαρμόζω πίεση με το πόδι μου πάνω στο πεντάλ του γκαζιού και αυξάνω ταχύτητα”
“συνθλίβω με τα πόδια μου σταφύλια στο πατητήρι για να πάρω το χυμό τους και να φτιάξω κρασί”
“Δεν πατάει πελάτης στο μαγαζί.”
“ρηχά είναι, πατάω!”
“πάτα το κουμπί στο ασανσέρ”
“πάτησε τα σαράντα”
“Πάτησέ μου το γιακά”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free