HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πατάω — definition

Conjugation of πατάω

Regular CEFR C2
paˈta.o

ακουμπώ το πέλμα του ποδιού μου πάνω σε κάτι όντας ακίνητος ή περπατώντας Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πατάω
εσύ πατάς - πατείς
αυτός / αυτή / αυτό πατάει
εμείς πατάμε
εσείς πατάτε - πατείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πατάνε
Παρατατικός
εγώ πατούσα
εσύ πατούσες
αυτός / αυτή / αυτό πατούσε
εμείς πατούσαμε
εσείς πατούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πατούσαν
Αόριστος
εγώ πάτησα
εσύ πάτησες
αυτός / αυτή / αυτό πάτησε
εμείς πατήσαμε
εσείς πατήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πάτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πατήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πατήσω
εσύ πατήσεις
αυτός / αυτή / αυτό πατήσει
εμείς πατήσουμε
εσείς πατήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πατήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πάτα
εσείς πατάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πάτησε
εσείς πατήστε
Απαρέμφατο αορίστου
πατήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πατιέμαι
εσύ πατιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό πατιέται
εμείς πατιόμαστε
εσείς πατιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά πατιούνται
Παρατατικός
εγώ πατιόμουν
εσύ πατιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πατιόταν
εμείς πατιόμασταν
εσείς πατιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πατιόνταν
Αόριστος
εγώ πατήθηκα
εσύ πατήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό πατήθηκε
εμείς πατηθήκαμε
εσείς πατηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πατήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πατηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πατηθώ
εσύ πατηθείς
αυτός / αυτή / αυτό πατηθεί
εμείς πατηθούμε
εσείς πατηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πατηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πατιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πατήσου
εσείς πατηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πατηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary