Meaning of ισχνός | Babel Free
/is.ˈxnos/Ορισμοί
- εξαιρετικά αδύνατος (ως προς τη σωματική κατασκευή)
- εξαιρετικά αδύνατος (ως προς την ένταση)
-
καθόλου πειστικός, χωρίς αποδεικτική επάρκεια figuratively
-
πολύ μικρής αξίας figuratively
Παραδείγματα
“※ Έξω, η λεωφόρος Αλεξάνδρας έχει αρχίσει να φωτίζεται από το ισχνό φως ενός συννεφιασμένου χαράματος (Μάνος Κοντολέων, Δυο φορές Άνοιξη, εκδ. Πατάκη, 2016)”
“μια ισχνή δικαιολογία”
“Δεν τα έβγαζε πέρα με τον ισχνό μισθό του.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.