διαψεύδω
Ορισμοί
- δηλώνω με λόγια ή πράξεις ότι κάτι δεν είναι αληθινό, παρουσιάζω την δική μου εκδοχή για την αλήθεια
- αποδεικνύω με λόγια ή πράξεις ότι μια προσδοκία δεν είναι δυνατόν να επαληθευτεί, υλοποιηθεί, πραγματοποιηθεί, προδίδω, απογοητεύω
- με βγάζουν ψεύτη, κάτι το παρουσιάζουν ως ψευδές
- προδίδονται οι ελπίδες ή οι προσδοκίες μου. άλλοι δείχνουν ότι κάτι που υποσχέθηκα δεν ήταν αληθινό ή δεν μπορούσε να υλοποιηθεί
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of διαψεύδω.
Ισοδύναμα
27 more languages
Българскиотричам
Catalàcontradir
Esperantokontraŭdiri
Suomikiistää
Galegocontradicir
עבריתסתר
Lietuviųprieštarauti
Te Reo Māoriwhawhati
Românăcontrazice
Shqipkundërthem
ไทยแย้ง
Türkçeçelişmek
Παραδείγματα
“Πάμε στο δικαστήριο και θα σε διαψεύσω με στοιχεία”
“Ο υπουργός Οικονομικών διέψευσε το άρθρο που τον έφερε να δηλώνει νέα μέτρα για τις συντάξεις”
“Η χρηματοκεντρική διαχείριση διέψευσε τις ελπίδες μας για έξοδο από την κρίση”
“Νόμιζα ότι ήσουν ξεχωριστό και τίμιο παιδί, αλλά με διέψευσες”
“Ο υπουργός Οικονομικών διαψεύσθηκε από τον πρωθυπουργό”
“Διαψεύσθηκε αργά χτες το βράδυ η είδηση ότι νοσηλευόταν βαριά άρρωστος ο...”
“Νόμιζα ότι η αγάπη μας θα άντεχε για πάντα, αλλά τελικά διαψεύσθηκα”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free