HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του διαψεύδω | Babel Free

Ρήμα CEFR B2
ði̯aˈpsev.ðo

Ορισμοί

  1. δηλώνω με λόγια ή πράξεις ότι κάτι δεν είναι αληθινό, παρουσιάζω την δική μου εκδοχή για την αλήθεια
  2. αποδεικνύω με λόγια ή πράξεις ότι μια προσδοκία δεν είναι δυνατόν να επαληθευτεί, υλοποιηθεί, πραγματοποιηθεί, προδίδω, απογοητεύω
  3. με βγάζουν ψεύτη, κάτι το παρουσιάζουν ως ψευδές
  4. προδίδονται οι ελπίδες ή οι προσδοκίες μου. άλλοι δείχνουν ότι κάτι που υποσχέθηκα δεν ήταν αληθινό ή δεν μπορούσε να υλοποιηθεί

Conjugation

Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of διαψεύδω.

Full conjugation → Practice this verb →

Ισοδύναμα

Български отричам
Català contradir
Esperanto kontraŭdiri
Suomi kiistää
Galego contradicir
עברית סתר סתר
日本語 反論 反駁 背馳
Latina infitior obacero
Lietuvių prieštarauti
Te Reo Māori whawhati
Română contrazice
Shqip kundërthem
ไทย แย้ง
Türkçe çelişmek
Українська перечити суперечити
Tiếng Việt bác bẻ biện bác

Παραδείγματα

“Πάμε στο δικαστήριο και θα σε διαψεύσω με στοιχεία”
“Ο υπουργός Οικονομικών διέψευσε το άρθρο που τον έφερε να δηλώνει νέα μέτρα για τις συντάξεις”
“Η χρηματοκεντρική διαχείριση διέψευσε τις ελπίδες μας για έξοδο από την κρίση”
“Νόμιζα ότι ήσουν ξεχωριστό και τίμιο παιδί, αλλά με διέψευσες”
“Ο υπουργός Οικονομικών διαψεύσθηκε από τον πρωθυπουργό”
“Διαψεύσθηκε αργά χτες το βράδυ η είδηση ότι νοσηλευόταν βαριά άρρωστος ο...”
“Νόμιζα ότι η αγάπη μας θα άντεχε για πάντα, αλλά τελικά διαψεύσθηκα”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διαψεύδω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free