Σημασία του διαψεύδω | Babel Free
ði̯aˈpsev.ðoΟρισμοί
- δηλώνω με λόγια ή πράξεις ότι κάτι δεν είναι αληθινό, παρουσιάζω την δική μου εκδοχή για την αλήθεια
- αποδεικνύω με λόγια ή πράξεις ότι μια προσδοκία δεν είναι δυνατόν να επαληθευτεί, υλοποιηθεί, πραγματοποιηθεί, προδίδω, απογοητεύω
- με βγάζουν ψεύτη, κάτι το παρουσιάζουν ως ψευδές
- προδίδονται οι ελπίδες ή οι προσδοκίες μου. άλλοι δείχνουν ότι κάτι που υποσχέθηκα δεν ήταν αληθινό ή δεν μπορούσε να υλοποιηθεί
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of διαψεύδω.
Ισοδύναμα
Български
отричам
Català
contradir
Ελληνικά
αναιρώ
ανασκευάζω
ανταποδεικνύω
αντίκειμαι
αντιλέγω
αντιφωνώ
αποσείω
αυτοαναιρούμαι
αυτοδιαψεύδομαι
Esperanto
kontraŭdiri
Suomi
kiistää
Galego
contradicir
Lietuvių
prieštarauti
Te Reo Māori
whawhati
Română
contrazice
Русский
опровергать
опровергнуть
отражать
отразить
отрицать
перечить
прекословить
противоречить
противоречить
Shqip
kundërthem
ไทย
แย้ง
Türkçe
çelişmek
Παραδείγματα
“Πάμε στο δικαστήριο και θα σε διαψεύσω με στοιχεία”
“Ο υπουργός Οικονομικών διέψευσε το άρθρο που τον έφερε να δηλώνει νέα μέτρα για τις συντάξεις”
“Η χρηματοκεντρική διαχείριση διέψευσε τις ελπίδες μας για έξοδο από την κρίση”
“Νόμιζα ότι ήσουν ξεχωριστό και τίμιο παιδί, αλλά με διέψευσες”
“Ο υπουργός Οικονομικών διαψεύσθηκε από τον πρωθυπουργό”
“Διαψεύσθηκε αργά χτες το βράδυ η είδηση ότι νοσηλευόταν βαριά άρρωστος ο...”
“Νόμιζα ότι η αγάπη μας θα άντεχε για πάντα, αλλά τελικά διαψεύσθηκα”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free