Conjugation of διαψεύδω
ði̯aˈpsev.ðoαποδεικνύω με λόγια ή πράξεις ότι μια προσδοκία δεν είναι δυνατόν να επαληθευτεί, υλοποιηθεί, πραγματοποιηθεί, προδίδω, απογοητεύω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαψεύδω |
| εσύ | διαψεύδεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαψεύδει |
| εμείς | διαψεύδουμε |
| εσείς | διαψεύδετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαψεύδουν |
Παρατατικός
| εγώ | διέψευδα |
| εσύ | διέψευδες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέψευδε |
| εμείς | διαψεύδαμε |
| εσείς | διαψεύδατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέψευδαν |
Αόριστος
| εγώ | διέψευσα |
| εσύ | διέψευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέψευσε |
| εμείς | διαψεύσαμε |
| εσείς | διαψεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέψευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαψεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαψεύσω |
| εσύ | διαψεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαψεύσει |
| εμείς | διαψεύσουμε |
| εσείς | διαψεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαψεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διαψεύδετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διάψευσε |
| εσείς | διαψεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαψεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαψεύδομαι |
| εσύ | διαψεύδεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαψεύδεται |
| εμείς | διαψευδόμαστε |
| εσείς | διαψεύδεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαψεύδονται |
Παρατατικός
| εγώ | διαψευδόμουν |
| εσύ | διαψευδόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαψευδόταν |
| εμείς | διαψευδόμασταν |
| εσείς | διαψευδόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαψεύδονταν |
Αόριστος
| εγώ | διαψεύστηκα |
| εσύ | διαψεύστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαψεύστηκε |
| εμείς | διαψευστήκαμε |
| εσείς | διαψευστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαψεύστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαψευστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαψευστώ |
| εσύ | διαψευστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαψευστεί |
| εμείς | διαψευστούμε |
| εσείς | διαψευστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαψευστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διαψεύδεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διαψεύσου |
| εσείς | διαψευστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαψευστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.