HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διαψευσθείς | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. που τον έχουν διαψεύσει
  2. β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικής φωνής του διαψεύδω

Παραδείγματα

“οι διεψευσθείσες ελπίδες”
“οι διαψευσθέντες στις προβλέψεις τους πολιτικοί”
“Διαψευσθείς από τις εξελίξεις, συνθηκολόγησε με τη νέα πραγματικότητα”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διαψευσθείς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course