Meaning of διαψευσθείς | Babel Free
Ορισμοί
- που τον έχουν διαψεύσει
- β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικής φωνής του διαψεύδω
Παραδείγματα
“οι διεψευσθείσες ελπίδες”
“οι διαψευσθέντες στις προβλέψεις τους πολιτικοί”
“Διαψευσθείς από τις εξελίξεις, συνθηκολόγησε με τη νέα πραγματικότητα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.