HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βλαμμένος

Ρήμα θηλυκό CEFR C2 Specialized
vlaˈme.nos

Ορισμοί

  1. που δεν δουλεύει καλά το μυαλό του ή έχει ψυχική ανισορροπία
  2. που έχει υποστεί βλάβη
    formal

Ισοδύναμα

26 more languages
Afrikaansuitstel
العربيةجمد
Българскинеуравновесен
Galegopenzo
Bahasa Indonesiaimbalsilirtimpang
한국어병신
Latinaabolitus

Παραδείγματα

“Είναι βλαμμένος· στο ραντεβού μας, συνέχεια μιλούσε για τη μαμά του.”

He is weird; on our date, he kept talking about his mom.

“Άντε ρε βλαμμένε, φύγε από δω.”

Get lost, you stupid, go away (from here).

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βλαμμένος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free