απόκλιση
Ορισμοί
- η εκτροπή από μια καθορισμένη θέση, κατεύθυνση ή συμπεριφορά
- στατιστικός όρος που προσδιορίζει διάφορες αριθμητικές στατιστικές αποκλίσεις (1)
- είναι η γωνιώδης απόσταση του ίχνους ενός άστρου (της θέσης του κατά την παρατήρηση) από τον ουράνιο ισημερινό και συμβολίζεται διεθνώς με το ελληνικό γράμμα δέλτα (δ)
- η γωνία που σχηματίζεται στο χάρτη από την κάθετο προς τον βορρά (όπως φαίνεται στο χάρτη) με την ευθεία προς τον πραγματικό γεωγραφικό βορρά
- η γωνία που σχηματίζεται μεταξύ μαγνητικού και πραγματικού γεωγραφικού βορρά
Ισοδύναμα
37 more languages
Българскидевиация
Danskafvigelse
DeutschabweichenAbweichungDeklinationDivergenzMißweisungOrtsmissweisungRückbildungRückfallRückgangRückschrittSündeÜbertretungUmleitungVerfehlung
فارسیمیل
Suomideklinaatiodeviaatiodivergenssieksymäerantoerauseroavuushajaantuminenkiertotielähteisyyspoikkeamapoikkeaminenregressioregressioanalyysitaantumataantuminentakaumaviettävyys
हिन्दीदिक्पात
Magyareltérés
Bahasa Indonesiaregresi
Íslenskaaðhvarf
Қазақ тілірегрессия
Kurdîşûnde
Polskicofnięciedeklinacjadewiacjadywergencjaodchylenieodmiennośćodmowaregresregresjarozbieżnośćuwstecznienie
Românădivergență
Русскийвозвращениедиверге́нциянаклоннесоотве́тствиеотклоне́ниерасхожде́ниерегре́ссрегрессиясклонение
Українськавідхи́лення
中文赤緯
繁體中文赤緯
Παραδείγματα
“μαγνητική απόκλιση”
magnetic declination
“τυπική απόκλιση”
standard deviation
“η διαφορά ενός στοιχείου από το αρχικώς επιδιωκόμενο”
“η διαφορά μεταξύ δύο στοιχείων που αποκλίνουν”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free