Meaning of απόκλιση | Babel Free
Ορισμοί
- η εκτροπή από μια καθορισμένη θέση, κατεύθυνση ή συμπεριφορά
- στατιστικός όρος που προσδιορίζει διάφορες αριθμητικές στατιστικές αποκλίσεις (1)
- είναι η γωνιώδης απόσταση του ίχνους ενός άστρου (της θέσης του κατά την παρατήρηση) από τον ουράνιο ισημερινό και συμβολίζεται διεθνώς με το ελληνικό γράμμα δέλτα (δ)
- η γωνία που σχηματίζεται στο χάρτη από την κάθετο προς τον βορρά (όπως φαίνεται στο χάρτη) με την ευθεία προς τον πραγματικό γεωγραφικό βορρά
- η γωνία που σχηματίζεται μεταξύ μαγνητικού και πραγματικού γεωγραφικού βορρά
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“μαγνητική απόκλιση”
magnetic declination
“τυπική απόκλιση”
standard deviation
“η διαφορά ενός στοιχείου από το αρχικώς επιδιωκόμενο”
“η διαφορά μεταξύ δύο στοιχείων που αποκλίνουν”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.