Σημασία του απόκλιση | Babel Free
Ορισμοί
- η εκτροπή από μια καθορισμένη θέση, κατεύθυνση ή συμπεριφορά
- στατιστικός όρος που προσδιορίζει διάφορες αριθμητικές στατιστικές αποκλίσεις (1)
- είναι η γωνιώδης απόσταση του ίχνους ενός άστρου (της θέσης του κατά την παρατήρηση) από τον ουράνιο ισημερινό και συμβολίζεται διεθνώς με το ελληνικό γράμμα δέλτα (δ)
- η γωνία που σχηματίζεται στο χάρτη από την κάθετο προς τον βορρά (όπως φαίνεται στο χάρτη) με την ευθεία προς τον πραγματικό γεωγραφικό βορρά
- η γωνία που σχηματίζεται μεταξύ μαγνητικού και πραγματικού γεωγραφικού βορρά
Ισοδύναμα
Български
девиация
Dansk
afvigelse
Deutsch
abweichen
Abweichung
Deklination
Divergenz
Mißweisung
Ortsmissweisung
Rückbildung
Rückfall
Rückgang
Rückschritt
Sünde
Übertretung
Umleitung
Verfehlung
فارسی
میل
Suomi
deklinaatio
deviaatio
divergenssi
eksymä
eranto
eraus
eroavuus
hajaantuminen
kiertotie
lähteisyys
poikkeama
poikkeaminen
regressio
regressioanalyysi
taantuma
taantuminen
takauma
viettävyys
हिन्दी
दिक्पात
Magyar
eltérés
Bahasa Indonesia
regresi
Íslenska
aðhvarf
Қазақ тілі
регрессия
Kurdî
şûnde
Polski
cofnięcie
deklinacja
dewiacja
dywergencja
odchylenie
odmienność
odmowa
regres
regresja
rozbieżność
uwstecznienie
Română
divergență
Русский
возвращение
диверге́нция
наклон
несоотве́тствие
отклоне́ние
расхожде́ние
регре́сс
регрессия
склонение
Українська
відхи́лення
中文
赤緯
繁體中文
赤緯
Παραδείγματα
“μαγνητική απόκλιση”
magnetic declination
“τυπική απόκλιση”
standard deviation
“η διαφορά ενός στοιχείου από το αρχικώς επιδιωκόμενο”
“η διαφορά μεταξύ δύο στοιχείων που αποκλίνουν”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free