HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

απόκλιση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. η εκτροπή από μια καθορισμένη θέση, κατεύθυνση ή συμπεριφορά
  2. στατιστικός όρος που προσδιορίζει διάφορες αριθμητικές στατιστικές αποκλίσεις (1)
  3. είναι η γωνιώδης απόσταση του ίχνους ενός άστρου (της θέσης του κατά την παρατήρηση) από τον ουράνιο ισημερινό και συμβολίζεται διεθνώς με το ελληνικό γράμμα δέλτα (δ)
  4. η γωνία που σχηματίζεται στο χάρτη από την κάθετο προς τον βορρά (όπως φαίνεται στο χάρτη) με την ευθεία προς τον πραγματικό γεωγραφικό βορρά
  5. η γωνία που σχηματίζεται μεταξύ μαγνητικού και πραγματικού γεωγραφικού βορρά

Ισοδύναμα

37 more languages
Българскидевиация
فارسیمیل
हिन्दीदिक्पात
Magyareltérés
Bahasa Indonesiaregresi
Íslenskaaðhvarf
日本語乖離回帰発散赤緯
Қазақ тілірегрессия
한국어적위회귀
Kurdîşûnde
Românădivergență
Українськавідхи́лення
Tiếng Việthồi quyxích vĩ
中文赤緯
繁體中文赤緯

Παραδείγματα

“μαγνητική απόκλιση”

magnetic declination

“τυπική απόκλιση”

standard deviation

“η διαφορά ενός στοιχείου από το αρχικώς επιδιωκόμενο”
“η διαφορά μεταξύ δύο στοιχείων που αποκλίνουν”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη απόκλιση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free