Meaning of παρέκκλιση | Babel Free
Ορισμοί
- το να παρεκκλίνει, λοξοδρομεί κάποιος από την προηγούμενη πορεία του
- το να παρεκκλίνει κάποιος από αυτό που συνήθως θεωρείται αποδεκτό
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.