HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άρνηση | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard
/ˈaɾ.ni.si/

Ορισμοί

  1. η απόρριψη, η μη αποδοχή
  2. μοναδιαίος τελεστής που μεταβάλει την αληθοτιμή μιάς λογικής πρότασης από 'Αληθής' σε 'Ψευδής' ή από 'Ψευδής' σε 'Αληθής'

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“άρνηση ψήφου”
“Συμβολισμός: ¬, που σημαίνει ότι, αν η λογική πρόταση p είναι 'Αληθής', τότε η ¬p είναι 'Ψευδής' ή αν η p είναι 'Ψευδής', τότε η ¬p είναι 'Αληθής' και διαβάζεται «δεν ισχύει ότι p»”
“Υπερώνυμο: λογικό συνδετικό”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άρνηση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course