εκτροπή
Ισοδύναμα
16 more languages
العربيةإِنْحِرَاف
Българскидевиация
Catalàdesviació
Danskafvigelse
Kurdîşûnde
Nederlandsafwijken
Portuguêsdesvio
Русскийотклоне́ние
Svenskaavvikelse
Türkçesapma
Українськавідхи́лення
Παραδείγματα
“(κυριολεκτικά) το να βγάζω ή να βγαίνει κάτι από την κανονική πορεία ή κατεύθυνση”
“(για την τηλεφωνία) η αυτόματη μεταφορά σε δεύτερο αριθμό, όλων των κλήσεων που γίνονται σε συγκεκριμένο αριθμό”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free