Meaning of εκτροπή | Babel Free
/e.ktɾoˈpi/Ορισμοί
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκτρέπω και του εκτρέπομαι
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“(κυριολεκτικά) το να βγάζω ή να βγαίνει κάτι από την κανονική πορεία ή κατεύθυνση”
“(για την τηλεφωνία) η αυτόματη μεταφορά σε δεύτερο αριθμό, όλων των κλήσεων που γίνονται σε συγκεκριμένο αριθμό”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.