Meaning of αναλύω | Babel Free
/anaˈli.o/Ορισμοί
- κάνω ανάλυση, λύνω κάτι στα μέρη που το αποτελούν, διαχωρίζω τα συστατικά του
- εξετάζω κάτι λεπτομερώς, για να εμβαθύνω αλλά και γενικά για να το κατανοήσω
- τεχνολογώ
Παραδείγματα
“Πήρα νερό από την πηγή του χωριού και το έστειλα να το αναλύσουν στο Γενικό Χημείο του Κράτους”
“Άμα βάλεις ένα πρίσμα θα δεις πώς αναλύει το φως στα χρώματα της ίριδας”
“Ο ψυχίατρος με βοηθάει να αναλύσω το κεντρικό μου πρόβλημα στα επί μέρους”
“Οι ειδικοί πρέπει να αναλύουν τα ζητήματα για να τα καταλαβαίνει ο πολίτης και όχι για να τον μπερδεύουν”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.