Meaning of ψυχαναλύω | Babel Free
/psi.xa.naˈli.o/Ορισμοί
- ασκώ το επάγγελμα του ψυχαναλυτή
- αναλύω και ανάγω σε βασικές αρχές τα ψυχολογικά προβλήματα ενός ατόμου είτε επαγγελματικά (ως ψυχαναλυτής) είτε ερασιτεχνικά
-
αναλύω κάτι σε υπερβολικό βαθμό, "το κουράζω" ironic
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.