Meaning of αναλωθείς | Babel Free
Ορισμοί
- που ξοδεύτηκε, αναλώθηκε, δαπανήθηκε, που έγινε πλήρης χρήση του
- β΄ ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλώνομαι
- θα αναλωθείς: β΄ ενικό μέλλοντα του ρήματος αναλώνομαι
Παραδείγματα
“οι αναλωθείσες ποσότητες καυσίμων, κιλοβατώρες, πρώτες ύλες”
“τα αναλωθέντα φυσίγγια, υλικά κ.λπ.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.