HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αναλωθείς

Ρήμα CEFR B2

Ορισμοί

  1. που ξοδεύτηκε, αναλώθηκε, δαπανήθηκε, που έγινε πλήρης χρήση του
  2. β΄ ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλώνομαι
  3. θα αναλωθείς: β΄ ενικό μέλλοντα του ρήματος αναλώνομαι

Ισοδύναμα

22 more languages

Παραδείγματα

“οι αναλωθείσες ποσότητες καυσίμων, κιλοβατώρες, πρώτες ύλες”
“τα αναλωθέντα φυσίγγια, υλικά κ.λπ.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αναλωθείς σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free