HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναλωθείς | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. που ξοδεύτηκε, αναλώθηκε, δαπανήθηκε, που έγινε πλήρης χρήση του
  2. β΄ ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλώνομαι
  3. θα αναλωθείς: β΄ ενικό μέλλοντα του ρήματος αναλώνομαι

Παραδείγματα

“οι αναλωθείσες ποσότητες καυσίμων, κιλοβατώρες, πρώτες ύλες”
“τα αναλωθέντα φυσίγγια, υλικά κ.λπ.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναλωθείς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course