χάσμα
Ορισμοί
- το ρήγμα, το άνοιγμα στη (γήινη ή οποιαδήποτε άλλη) επιφάνεια (συνήθως με μεγάλο πλάτος και βάθος)
-
το διάστημα, η απόσταση που χωρίζει δύο πράγματα και ίσως τα κάνει να διαφέρουν broadly
- η αδυναμία ή το κενό στη συνοχή και την αλληλουχία μιας σκέψης, μιας πρότασης, ενός κειμένου κ.λπ., που δημιουργεί ασάφειες ή παρανοήσεις
Ισοδύναμα
26 more languages
العربيةشقة
Danskrift
עבריתחיץ
Bahasa Indonesiadiskontinuitas
ქართულიწყვეტა
Kurdîgap
Polskinieciągłość
Türkçesüreksizlik
Παραδείγματα
“Τὸ χάσμα π' ἄνοιξ' ὁ σεισμὸς κ' εὐθὺς ἐγιόμισ' ἄνθη. (Διονύσιος Σολωμός, Εις το θάνατο κυρίας Αγγλίδας)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free