HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σχίσμα | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈsçi.zma/

Ορισμοί

  1. ο διαχωρισμός μιας ενιαίας Εκκλησίας σε δύο τμήματα που δεν κοινωνούν εκκλησιαστικά μεταξύ τους
  2. η διάσπαση ενός οργανωμένου συνόλου
    general

Ισοδύναμα

English Chasm Schism swarf

Παραδείγματα

“το σχίσμα του 1054 είχε βαρύτατες μακροπρόθεσμες συνέπειες για το Βυζάντιο”
“η διάσπαση του ενιαίου ΚΚΕ το 1968 προκάλεσε ένα βαθύ σχίσμα στους κόλπους της ελληνικής Αριστεράς”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σχίσμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course