απόβλιττο
Ορισμοί
τεμάχιο ξύλου, μετάλλου ή άλλου υλικού που αφαιρείται κατά την επεξεργασία του για μορφοποίηση, όπως π.χ. στην τόρνευση
rare
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Η σύγκριση της γεωμετρικής μορφής των απαραμόρφωτων αποβλίττων στη λείανση λειαντικών τροχών διαφόρων διαμέτρων δείχνει ότι ο λειαντικός τροχός με μεγαλύτερη διάμετρο αποκόπτει απόβλιττα που έχουν μικρότερο πάχος και μεγαλύτερο μήκος. (Καραχάλιου Χαρίκλεια, Προσομοίωση επιπέδου λειάνσεως, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Σχολή Πολυτεχνική. Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών, Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 90)”
“Το κοπτικό εργαλείο κινείται σε σχέση προς το κατεργαζόμενο τεμάχιο σε συγκεκριμένη κατεύθυνση και με σταθερή ταχύτητα, ενώ συγχρόνως σχηματίζεται το απόβλιττο.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free