HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποβολή | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/a.po.voˈli/

Ορισμοί

  1. πολυτονική γραφή του αποβολή
  2. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποβάλλω
  3. φυσιολογική ή και εκούσια απώλεια
  4. η πειθαρχική ποινή με την οποία επιβάλλεται σε κάποιον παραβάτη (μαθητή ή αθλητή) να αποχωρήσει (από το σχολείο ή τον αγώνα)
  5. ακούσια διακοπή της εγκυμοσύνης και απώλεια του εμβρύου
  6. εξάλειψη αρνητικής ή ανεπιθύμητης συνήθειας ή χαρακτηριστικού, συνήθως με συνειδητή προσπάθεια
    figuratively
  7. η απώλεια ενός φθόγγου
  8. αδύνατος, μικρόσωμος άνθρωπος
    familiar, offensive
  9. κακοφτιαγμένος άσχημος άνθρωπος
    familiar, offensive

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Το φίδι μετά την αποβολή του δέρματός του αποκτά καινούριο.”
“(νεανική αργκό) Έφαγε αποβολή.”
“Αποβολή (ποδόσφαιρο) στη Βικιπαίδεια”
“Είχε αποβολή.”
“Αποβολή εμβρύου στη Βικιπαίδεια”
“Η αποβολή άγχους είναι σημαντική για όσους θέλουν να μιλήσουν δημόσια.”
“Ο τύπος ξάφνου της μεσαιωνικής ελληνικής προέρχεται από τον τύπο ἐξάφνου με αποβολή του αρκτικού άτονου φωνήεντος.”
“«γράψ΄ το» αντί για «γράψε το» (αποκοπή)”
“< υπώνυμα: αποκοπή”
“Πώς τσακώθηκες μ' εκείνον, αφού είναι σκέτη αποβολή!”
“Ο τύπος είναι κακάσχημος σαν αποβολή, αλλά πανέξυπνος.”
“※ Ἡ ἀδικαιολόγητος μὴ ἀποδοχὴ τῆς ὡς ἄνω ἐκλογῆς, ἀποτελεῖ ἄρνησιν ὑπηρεσίας τιμωρουμένην κατὰ τὸ ἄρθρον 480 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, συνεπαγομένην ἅμα καὶ ἀποβολὴν τῆς ἰδιότητος τοῦ δικαστικοῦ κλητήρος.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποβολή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course