Σημασία του αποβολή | Babel Free
a.po.voˈliΟρισμοί
- πολυτονική γραφή του αποβολή
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποβάλλω
- φυσιολογική ή και εκούσια απώλεια
- η πειθαρχική ποινή με την οποία επιβάλλεται σε κάποιον παραβάτη (μαθητή ή αθλητή) να αποχωρήσει (από το σχολείο ή τον αγώνα)
- ακούσια διακοπή της εγκυμοσύνης και απώλεια του εμβρύου
-
εξάλειψη αρνητικής ή ανεπιθύμητης συνήθειας ή χαρακτηριστικού, συνήθως με συνειδητή προσπάθεια figuratively
- η απώλεια ενός φθόγγου
-
αδύνατος, μικρόσωμος άνθρωπος familiar, offensive
-
κακοφτιαγμένος άσχημος άνθρωπος familiar, offensive
Ισοδύναμα
Azərbaycanca
qovulma
Esperanto
forpelo
فارسی
اخراج
Suomi
eliminointi
Galego
eliminación
Magyar
kiküszöbölés
Հայերեն
վտարում
한국어
추방
Nederlands
uitwijzing
Português
expulsão
Română
eliminare
ไทย
ไล่ออก
Παραδείγματα
“Το φίδι μετά την αποβολή του δέρματός του αποκτά καινούριο.”
“(νεανική αργκό) Έφαγε αποβολή.”
“Αποβολή (ποδόσφαιρο) στη Βικιπαίδεια”
“Είχε αποβολή.”
“Αποβολή εμβρύου στη Βικιπαίδεια”
“Η αποβολή άγχους είναι σημαντική για όσους θέλουν να μιλήσουν δημόσια.”
“Ο τύπος ξάφνου της μεσαιωνικής ελληνικής προέρχεται από τον τύπο ἐξάφνου με αποβολή του αρκτικού άτονου φωνήεντος.”
“«γράψ΄ το» αντί για «γράψε το» (αποκοπή)”
“< υπώνυμα: αποκοπή”
“Πώς τσακώθηκες μ' εκείνον, αφού είναι σκέτη αποβολή!”
“Ο τύπος είναι κακάσχημος σαν αποβολή, αλλά πανέξυπνος.”
“※ Ἡ ἀδικαιολόγητος μὴ ἀποδοχὴ τῆς ὡς ἄνω ἐκλογῆς, ἀποτελεῖ ἄρνησιν ὑπηρεσίας τιμωρουμένην κατὰ τὸ ἄρθρον 480 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, συνεπαγομένην ἅμα καὶ ἀποβολὴν τῆς ἰδιότητος τοῦ δικαστικοῦ κλητήρος.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free