Meaning of τρόμος | Babel Free
/ˈtɾo.mos/Ορισμοί
- πολύ ισχυρός φόβος
- αυτός ή αυτό που προκαλεί ισχυρό φόβο, που τρομοκρατεί
- το να τρέμει κάποιος από ψυχοσωματική ένταση ή ασθένεια· γρήγορη και σύντομη παλμική κίνηση του σώματος ή των άκρων· τρεμούλιασμα, τρεμούλα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ο τρόμος δεν επιτρέπεται να καταπολεμάται με τρόμο.”
Terror must not be fought with terror.
“τον κυρίευσε τρόμος”
“από μικρό παιδί ήταν ο φόβος και ο τρόμος του σχολείου του”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.